28 Δεκ 2009

Ο ΜΠΑΡΜΠΑΝΤΩΝΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ


Σε ερώτηση πως περνούσαν οι ημέρες των Χριστουγέννων, τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα ο Μπαρμπαντώνης λέει "Με γλέντια, περνούσαμε με γλέντια, έβρεχε, αλλά γυρνούσαμε όλο το χωριό και λέγαμε χρόνια πολλά σε όσους γιόρταζαν, τον Βασίλη, το Χρήστο, το Μανώλη. Τότε ήταν πιο καλά, ο κόσμος ήταν αγαπημένος". Σε ερώτηση αν το χωριό ήταν διαφορετικό ο ηλικίας 104 ετών Αντώνης Σαββιού θυμάται: "Στην πλατεία εδώ ήταν το ρυάκι και δεν μπορούσες να περάσεις. Οταν έβρεχε τραβούσαν τους ανθρώπους από εδώ, εκεί, με το σχοινί. Ούτε ρεύμα είχε ούτε τίποτα, ζόρι, είχαμε μόνο τον ήλιο.

Για τις δουλειές που έκαναν οι συγχωριανοί μας τον περασμένο αιώνα ο Μπαρμπαντώνης λέει: "Στα αμπέλια, πήγαινε το ζευγάρι, τίποτα άλλο δεν είχε. Επειτα άνοιξε η Αμερική και φεύγαν ο κόσμος. Στο Φαληράκι δεν υπήρχε τίποτα. Αμπέλια είχαν και σύκα. Στον πόλεμο του '40 αν δεν ήταν ο Ψαλιδόκαμπος και ο άλλος κάμπος ο κόσμος θα είχε πεθάνει όλος. Το σχολείο ήταν εκεί που τώρα είναι το ιατρείο. Το πρώτο τμήμα που έκανα, ήταν εκεί πάνω από του Ψινθενού, στου δημάρχου, στου Μελετίου το καφενείο. Η δασκάλα μου ήταν μία από του Μελισσά. Μετά ήρθαν του Λάγγου οι κόρες".

"Στη Ρόδο πηγαίναμε με τα ζα, με τα γαϊδουράκια, δεν υπήρχαν λεωφορεία και φοβόμασταν εκειδά στ' Ασγούρου. Ξεκινούσαμε πριν βγει ο ήλιος, με την ουμπλιά που λέμε με τα άστρα όλα μαζί. Φορτώναμε, πηγαίναμε πουλούσαμε τα προϊόντα και επιστρέφαμε. Τις Κυριακές μαζευόμασταν στα καφενεία και κάναμε γλέντι. Πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά η κομπανία καθόταν στο καφενείο και έλεγε φέρε μας καφετζή ένα μπουκάλι κρασί, φέρε το ένα, φέρε το άλλο. Λέγαμε χρόνια πολλά σε αυτούς που γιορτάζαν. Ημασταν αγαπημένοι τότε, τώρα το παιδί σου δεν σου μιλάει".

"Στον πόλεμο του '40 υπήρχε πείνα. Οι Καλυθενοί δεν πολεμούσαν. Ο πόλεμος ήταν πάνω, στην άλλη Ελλάδα, αλλά η πείνα ήταν μέχρι εδώ. Εκλείσαν οι θάλασσες και δεν ερχόταν τα φαγητά. Οι Ιταλοί είχαν εδώ μεγάλες αποθήκες με τρόφιμα. Το άσχημο ήταν που έκλειναν τα σχολεία μας και έφερναν δικούς τους δασκάλους.

"Το 1919 έγινε συλλαλητήριο κατά των Ιταλών. Ο Μητροπολίτης ο Απόστολος έστειλε εντολή γιατίη Ιταλία είχε σκοπό να έφευγε σύντομα από εδώ, γιατί ο διοικητής των Ιταλών ο Μάριο Λάγγο βρήκε το νησί μας φτωχό, δεν είχε ψωμί και είχε σκοπό να φύγει, αλλά όταν ανέλαβε ο Μουσολίνι εκάτσαν τελικά. Κάναμε συλλαλητήριο για να φύγουν οι Ιταλοί και μετά ερχόταν εδώ και μας κτυπούσαν. Φωνάξαμε το ζήτω, είπαμε την Ενωση με την Ελλάδα, χειροκροτήματα".

"Από το ρυάκι και κάτω, είχε μόνο ένα σπίτι, αυτό του Καμπούρη".

"Οι Καλυθενοί τότε εφεύγαν, πηγαίναν στην Ανατολή, δουλεύαν έξι μήνες και ερχόταν, και πάλι να ξαναπάνε. Τσαπίζαν σταφύλια, μποστάνια, άλλοι κτίζαν στις οικοδομές, έκαναν λάσπη και ερχόταν εδώ εκάναν τις δουλειές τους και πάλι ξαναπήγαιναν".

"Τα δύσκολα χρόνια ο κόσμος έφευγε από εδώ, πήγαινε στην Αμερική. Ο πατέρας μου με άφησε τριών χρονών και πήγε στην Αργεντινή. Ηταν μαζί ο μπάρμπας μου ο Αντώνης Κεπέρης, το Γρηγοράκη και ο Χατζηγιώργης, αλλά δεν βρήκαν δουλειά και γύρισαν πίσω".

"Τα Χριστούγεννα γυρνούσαμε με το φαναράκι και λέγαμε τα κάλαντα σε όλα τα σπίτια. Αλλού μας δίναν χρήματα, αλλού σκάδια και άλλα πράγματα'.


"Οταν κυβέρνησε η Γερμανία έφυγε ο στρατηγός του πεζικού ο Βράνιας και οι ανθρώποι ξεμπλάσαν. Οι Γερμανοί εβάζαν στη γραμμή 150 στρατιώτες και τους έπαιρναν στη Ρόδο. Αλλοι εκόψαν δεξιά, αριστερά και κρύφτηκαν. Ο Τενέντης εκφρύφτηκε, εκεί πάνω σε μια τρύπα που δεν την ήξερε κανένας, μόνο τσοπάνηδες. Επήγε και μπήκε μέσα και τον εβοήθησε ο Βαγιανός. Είχε και δυο Φραγκολεβαντίνους Ιταλούς, εξόριστοι και αυτοί και πήγαν και τον βρήκαν. Ο ένας ο φραγκολεβαντίνος για να γλιτώσει πρόδωσε τον Τενέντη και πήγαν και τον πιάσαν οι Γερμανοί.

"Το 1918 υπήρχε γρίπη και πεθαίναν 4-5 κάθε μέρα στο χωριό. Ηταν τέτοια εποχή που ο κόσμος ήταν στις δουλειές του. Επέθαινε ένας μέσα στο σπίτι, τον εβάζαν στην άκρη και μετά την άλλη μέρα επέθαινε άλλος. Υπήρχε ένας Συμιακός που δουλειά του ήταν να ανοίγει μνήματα. Δεν είχαμε γιατρούς. Εστειλε η Ιταλία ένα μεγάλο φορτηγό φάρμακα και γιάναμε όλοι".


"Εκείνη την εποχή τρώγαμε τα χόρτα και τα λόπια στο φούρνο. Το πρωί μας έκανε την αλευριά. Επειτα κάναμε τον περεκαφτή, ψωμί στα κάρβουνα. Αλλοι έβαζαν πάνω λάδι, άλλοι κρασί. Το βράδυ, μια χόρτα θα φάμε, μια πατάτες θα φάμε, μια ντομάτα, κρεμμύδι. Την Κυριακή μετά την εκκλησία μαζευόμασταν στο σπίτι και βάζαμε η κομπανία πέντε σαρδέλες, να φάμε όλοι από μία".

ΧΩΡΙΣ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΑ ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΑ

Αποκλεισμένες από τα χρηματοδοτικά «εργαλεία», όπως και από το σύνολο σχεδόν των μέτρων στήριξης που έχει εξαγγείλει η Κυβέρνηση, παραμ...