22 Νοε 2011

ΟΙ ΚΑΛΥΘΙΕΣ ΤΟΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΙΩΝΑ

Γράφει ο Κυριάκος Βασιλάκης,
συνταξιούχος δάσκαλος


Με καλούς οιωνούς ανέτειλε ο 21ος αιώνας της τρίτης χιλιετίας. Η κοινότητά μας βρίσκεται ενσωματωμένη με τη Ψίνθο και τα Κοσκινού στον νεοσύστατο εύρωστο οικονομικά δήμο Καλλιθέας με ικανούς δημοτικούς άρχοντες να διαχειρίζονται τα κοινά πραγματοποιώντας υψηλούς στόχους για την ευημερία των δημοτών.
Οι παλιότεροι που έζησαν και ζουν ακόμη στο χώρο ετούτο, θυμούνται ότι η ζωή δεν ήταν η ίδια όπως η σημερινή.
Σύντομη αναδρομή στις δεκαετίες που πέρασαν θα θυμίσει στους γεροντότερους τη μεγάλη στερήσεις ζωή τους, τον αγώνα τους για ένα καλύτερο αύριο και στους νέους να εκτιμήσουν την προσφορά εκείνων στη διαμόρφωση του παρόντος που ζουν.
Οι Καλυθιές στις δεκαετίες πριν το 1940 είναι συγκεντρωμένες δυτικά του ρέματος που διασχίζει την πλατείας (σκεπασμένο σήμερα το ρέμα) με τρία γεφύρια να επικοινωνεί με τις ανατολικές αραιοκατοικημένες περιοχές του Τσίτσι, της Πατέλας, τ’ Αλώνια και της Εξινης. Τα σπίτια με χωμάτινη την στέγη και την κάμαρα στη μέση εκτός από κατοικία χρησιμεύουν και σαν αποθήκη των σοδειών του χρόνου για τις ανάγκες της οικογένειας.
Κύρια ασχολία των χωριανών το σπάρσιμο των χωραφιών και η καλλιέργεια αμπελιών και συκιών στους δύο παραθαλάσσιους κάμπους. Με πρωτόγονα μέσα το ξύλινο άροτρο, την τσάπα, το λισγάρι, σκάβουν, θερίζουν αλωνίζουν, καλλιεργούν, μοχθούν και με τα ζώα το μόνο μεταφορικό μέσο μεταφέρουν και αποθηκεύουν τον καρπό τους ιδρώτα τους στο σπιτικό τους.

Το χωριό Ιταλοκρατούμενο

Σύνταγμα πεζικού έχει την έδρα του στα σπλάχνα του ενώ τα γύρω υψώματα με σκαμμένες τις πλαγιές τους κρύβουν τις τρομερές πολεμικές μηχανές και τον στρατό γαντζωμένο στις κορυφές των βουνών και στους κάμπους.


Οι πυροβολαρχίες στις Πόρτες και στις Τραπεζίες υψώνουν απειλητικά τις μπούκες των κανονιών τους προς τη θάλασσα έτοιμες να σκορπίσουν την καταστροφή και τον όλεθρο στον εχθρό αν τολμούσε να πατήσει ποδάρι στις γεμάτες με νάρκες παραλίες του χωριού μας.
Η μανία του κατακτητή να εξ-ιταλίσει το φρόνιμα των χωριανών εξαναγκάζει τα παιδιά μετά το 1936 να παρακολουθούν μαθήματα μόνο στην Ιταλική γλώσσα από Ιταλούς και Ιταλίδες εκπαιδευτικούς. Μοναδική ελληνική τροφή το κατηχητικό στο χώρο της Εκκλησίας μας κάθε Κυριακή με τον αείμνηστο Θεολόγο Μανώλη Μπακίρη.

Ο πόλεμος του 1940 εξαγριώνει περισσότερο τους κατακτητές.
Κάθε τι που θυμίζει Ελλάδα το αφαιρεί, το ποδοπατεί και νομίζει πως έτσι θα λυγίσει το αδάμαστο φρόνημα του λαού μας.
Η φιλαρμονική του συντάγματος παιανίζει εμβατήρια και θούρια ν’ αναπτερώσει το πεσμένο ηθικό του στρατού μετά από τις αλλεπάλληλες ήττες που υπέστη στα βουνά της Βορείου Ηπείρου από τον ένδοξο Ελληνικό στρατό μας.
Ετσι μας βρίσκει ο Σεπτέμβριος του 1943 ώσπου τούτος ο υπερόπτης Ιταλικός στρατός του Μουσολίνι παραδίδεται αμαχητί στον πριν από λίγο σύμμαχό του Γερμανό, για να δούμε, να υψώνεται στον ιστό της σημαίας του σχολείου μας και πάλι άλλη μία σημαία κατακτητή, σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό τη φορά ετούτη.

Δύο χρόνια γερμανική κατοχή

Δύο χρόνια φόβου και πείνας. Αποκλεισμένος ο στρατός του Χίτλερ στο νησί, λεηλατεί το μόχθο του αγρότη στην προσπάθειά του να επιζήσει και απειλεί με ποινή φυλάκισης κάθε ανυπακοή στο Νόμο, σαν εκείνη που βλέπαμε στα δύο καταφύγια του γκρεμού και τους κρατούμενους να κουβαλάνε κάνιστρα νερό και να εκτελούνται άκαρδα μπροστά στα παιδικά μας μάτια όταν η αρρώστια, η πείνα, είχε αφαιρέσει τη δύναμη στα πόδια τους να σταθούν όρθιοι για να συνεχίσουν την μακάβρια αποστολή τους.

Και όμως ο λαός μας αντιδρά. Νύχτα κουβαλά τα στάχυα, να τ’ αλωνίσει στο σπίτι του, τον καρπό της ελιάς, τον πολτοποιεί με βαριές πέτρες και αυτοσχέδιες μηχανές παίρνει το λάδι, κρύβει τη σταφίδα του, τα σύκα του σε λάκκους σκεπασμένους με άχυρα να κρατηθεί στη ζωή αυτός και τα παιδιά μέχρι την ημέρα που η βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού έσωσε ζωές.
Μοναδική παρηγοριά στα χρόνια ετούτα το άνοιγμα των Ελληνικών Σχολείων. Τα παιδιά τρέχουν να συνεχίσουν την μόρφωσή τους σ’ όσα η ηλικία το επιτρέπει, να μάθουν τη γλώσσα τους, που ήδη αρχίζει να ξεχνιέται.
Κάποτε τελειώνει ο πόλεμος.
Προπομπός της λευτεριάς ο Αγγλικός στρατός του 1945, τους Έλληνες Ιερολοχίτες και τους συγχωριανούς μας Νικόλαο Γιαννά, Σάββα Αργυρό, Μιχάλη Παγωνάκη και Μανώλη Σπανό οι οποίο φορώντας την ελληνική στρατιωτική στολή επιστρέφουν υπερήφανοι νικητές από πεδία μαχών ενάντια στον κατακτητή.
Δάκρυα χαράς γεμίζουν τα μάτια μας όταν για πρώτη φορά στις 31 Μαρτίου 1947 βλέπουμε να υψώνεται στον ιστό του σχολείου μας η Ελληνική σημαία. Όνειρο εκατοντάδων χρόνων γίνεται πραγματικότητα. Ποιος το φαντάστηκε πως τούτη η ταλαιπωρημένη γενιά που είδε στον ίδιο ιστό να κυματίζουν τρεις αλλοεθνείς σημαίες απανωτή η μία μετά την άλλη θα είχε το προνόμιο αυτή και μόνο, πρώτη, να δοκιμάσει την ανείπωτη χαρά της λευτεριάς! Φαίνεται πως ήθελε ο καλός Θεός της Ελλάδας να την αποζημιώσει.
Η επομένη του πολέμου βρίσκει τους χωριανούς να μετρούν τις πληγές τους. Η ζωή πιο πτωχή από πρώτα. Εργασίες δεν υπάρχουν. Κάπως το σχέδιο Μάρσαλ ανακουφίζει και προσφέρει ένα μεροκάματο με το πρόγραμμα λιθόστρωσης των χωματένιων δρόμων του χωριού. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού παίρνει το δρόμο της ξενιτειάς ψάχνοντας ένα καλύτερο αύριο. Αυτοί που μένουν ασχολούνται με τη γη, την πατροπαράδοτη καλλιέργεια των αμπελιών κι αργότερα την καλλιέργεια κηπευτικών στις παραλίες που εν τω μεταξύ έχουν καθαριστεί από τις νάρκες. Μερικά φορτηγά λάφυρα του πολέμου εξυπηρετούν τις ανάγκες ενώ άλλα μετατρέπονται σε αυτοσχέδια λεωφορεία.

Δειλά, δειλά εμφανίζονται τα πρώτα γεωργικά μηχανήματα, αλωνιστικές μηχανές, ελαιοτριβεία και άλλα όχι βέβαια με την τελειοποιημένη σήμερα αυτόματη μορφή τους. Μερικοί με πρόχειρες κατασκευές στήνουν τα πρώτα παραλιακά εξοχικά κέντρα και ο κάμπος της Καινούργιας Βρύσης για πρώτη φορά το όνομα Φαληράκι.
Η δεκαετία του ‘60 είναι δεκαετία γόνιμης δημιουργίας. Ο εξηλεκτρισμός του χωριού αλλάζει την όψη του.
Το λυχνάρι και η λάμπα πετρελαίου αποτελούν παρελθόν. Κάθε σπίτι αποκτά το ψυγείο του, το ραδιόφωνό του, αργότερα την τηλεόραση και το τηλέφωνο. Το αυτοκίνητο μπαίνει για τα καλά στη ζωή των χωρικών και οι μετανάστες επιστρέφουν αξιοποιώντας το μόχθο της ξενητιάς στον τόπο μας. Ο τουρισμός κάνει δειλά τα βήματά του κι εμφανίζονται στο Φαληράκι τα πρώτα τουριστικά καταλύματα για να ολοκληρωθεί το θαύμα της τουριστικής ανάπτυξης του τόπου τις επόμενες δεκαετίας ώστε με το γλυκοχάραμα του 21ου αιώνα το Φαληράκι να φιλοξενεί δεκάδες χιλιάδες ψυχές τους θερινούς μήνες.

Σήμερα η τεχνολογική ανάπτυξη βρίσκεται στο ζενίθ του ουράνιου θόλου. Τα μέσα που διαθέτουμε ούτε καν τα διανοηθήκαμε τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, και κανένας δεν αμφιβάλλει για τη χρησιμότητά τους. Όμως στη μέθη της ευημερίας που ζούμε και στην προσπάθειά μας να αποκτήσουμε τα αγαθά του σημερινού πλούτου λησμονούμε μερικές πανανθρώπινες αξίες και αρετές προ παντός εκείνες που στις αντίξοες στιγμές κράτησαν αναλλοίωτη την ύπαρξη του έθνους μας και δεν είναι άλλες από την αγάπη προς την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια. Οι νέοι μας που απολαμβάνουν σήμερα τα αγαπά του σημερινού πολιτισμού μας ας έχουν και τούτο στο μυαλό τους αν θέλουν να ευτυχίσουν, ότι δηλαδή: «η ευτυχία της ζωής τους θα θεμελιωθεί σταθερά και μόνο πάνω στις αρετές που θα αποκτήσουν».
Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2000 στην έντυπη έκδοση του πρώην δήμου Καλλιθέας Ρόδου «ΤΑ ΕΝ ΔΗΜΩ»

ΧΩΡΙΣ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΑ ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΑ

Αποκλεισμένες από τα χρηματοδοτικά «εργαλεία», όπως και από το σύνολο σχεδόν των μέτρων στήριξης που έχει εξαγγείλει η Κυβέρνηση, παραμ...