2 Φεβ 2011

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΩΝ ΚΑΛΥΘΙΩΝ (1943-1945)



Του Κωνσταντίνου Φωτίου, Αρχαιολόγος*

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Το χωριό των Καλυθιών κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας. Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από Ιταλούς στρατιώτες.


Σε μια σκηνή του Cassibile, 15 χιλιόμετρα νότια των Συρακουσών της Σικελίας, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 υπογράφτηκε η συνθηκολόγη της Ιταλίας κι επομένως η διακοπή των πολεμικών επιχειρήσεων μεταξύ των ιταλικών δυνάμεων και των αγγλοαμερικανών. Οι νικητές Σύμμαχοι, αφού περάτωσαν με επιτυχία της απόβασή τους στην Σικελία και στη συνέχεια ολοκλήρωσαν την κατάληψη της μεγαλονήσου, δέχτηκαν την αίτηση ανακωχής της ιταλικής κυβέρνησης. Τα κύρια πρόσωπα των γεγονότων της συνθηκολόγησης ήταν ο στρατηγός και μετέπειτα πρόεδρος των Η.Π.Α Αϊζενχάουερ, που παρακολούθησε τη διαδικασία της υπογραφής της ανακωχής και ο Πρωθυπουργός της Ιταλίας Μπαντόλιο. Αυτός δεν παραβρέθηκε στην υπογραφή της ανακωχής, αλλά ο ίδιος ανέγνωσε το κείμενο της ανακοίνωσης της συνθηκολόγησης στο ραδιοφωνικό σταθμό της Ιταλίας.
«Η ιταλική κυβέρνηση, αναγνωρίζουσα την αδυναμία να συνεχίσει τις μάχες κατά των υπερτερών δυνάμεων του αντιπάλου, με πρόθεση να προλάβει μεγαλύτερες συμφορές στο έθνος, ζήτησε ανακωχή από το στρατηγό Αϊζενχάουερ, αρχηγό των Αγγλοαμερικανών δυνάμεων και έγινε δεκτή. Επομένως κάθε αντίσταση κατά των Αγγλοαμερικανών πρέπει να σταματήσει».
Η συνθηκολόγηση έγινε και πανηγυρίστηκε από ένα μεγάλο μέρος των στρατευμένων, γιατί όλοι θα γύριζαν στα σπίτια τους.
Απ’ αυτήν την ημέρα αρχίζει η τραγωδία των ιταλικών δυνάμεων και ολόκληρης της Ιταλίας. Η Ιταλία μοιράστηκε σε δυο αντίπαλες περιοχές. Η βόρεια με τους Γερμανούς και τους φασίστες, που δεν ακολούθησαν την ανακωχή και τη νότια της Ρώμης Ιταλία με τους συμμάχους και τους αντιφασίστες.
Ο διχασμός των δυνάμεων σε αντιφασίστες αποδέχτες της ανακωχής και σε φασίστες ή φιλογερμανούς συνεχιστές των εχθροπραξιών μεταδόθηκε στην Ελλάδα, τα Αιγαίο και τη Ρόδο.
Στο νησί της Ρόδου οι εχθροπραξίες μεταξύ Ιταλών και Γερμανών διήρκησαν τρεις ημέρες 8-11 Σεπτέμβρη. Πρωταγωνιστές εδώ ήταν ο Ιταλός στρατηγός Ingo Campioni (1941-1943), διοικητής των 39.000 Ιταλών στρατιωτών και ο Γερμανός στρατηγός Ulrich Kleeman, διοικητής της μηχανοκίνητης μεραρχίας των 6.500 Γερμανών.
Ο Campioni, υπακούοντας στην απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης και στις απατηλές υποσχέσεις του Kleeman για σεβασμό των πολιτικών, διοικητικών εξουσιών των Ιταλών και την εξυπηρέτηση της μεταφοράς των ιταλικών δυνάμεων, παρέδωσε το νησί στους Γερμανούς.
Από την επόμενη μέρα της παράδοσης ορίστηκαν τόποι συγκέντρωσης των Ιταλών αξιωματικών χωριστά και των στρατιωτών και άρχισαν οι μεταφορές τους στον Πειραιά και την Αθήνα με πλοία και αεροπλάνα. Μαρτυρίες υπάρχουν για δέκα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων Ιταλών, που παρέδωσαν τα όπλα και αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς.
Από τους καταλόγους που δημοσιεύονται στην παρακάτω έκδοση του Ιταλικού Επιτελείου Στρατού με τη συνεργασία Γερμανών προκύπτει ότι οι μεταφορές στρατιωτών από τη Ρόδο, με άγνωστο πολλές φορές προορισμό συνεχίστηκαν μέχρι το Μάρτη του 1944. από τα στρατόπεδα αυτά που διατηρήθηκαν μέχρι το τέλος της γερμανικής κατοχής, δηλαδή μέχρι το Μάιο του 1945, ήταν τρία αυτά που οι συνθήκες τους ήταν απάνθρωπες: της Μέγκαβλης, του γνωστού Casa dei Pini, του Bel Passo και της Καλλιθέας, δηλαδή των Καλυθιών.
Ιδιαίτερα απάνθρωπη και βάρβαρη χαρακτηρίστηκε λόγω των στερήσεων, βασανισμών και πυκνών εκτελέσεων η λειτουργία του στρατοπέδου της Καλλιθέας. Ο Edoardo Fino στο βιβλίο La tragedia di Rodi e dell’ Egeo (Roma 1957) γράφει ότι ιδρυτής αυτών των στρατοπέδων ήταν ο στρατηγός Wagener.
«Το στρατόπεδο της Καλλιθέας προορίστηκε για καταναγκαστικά έργα, βασανισμού και θανάτου. Ελάχιστοι απ’ αυτούς που κλείνονταν σ’ αυτό είχαν την τύχη να επιζήσουν. Οι φρουροί του στρατοπέδου είχαν εξουσιοδοτηθεί να κάνουν ότι θέλουν, να μαστιγώνουν τους κρατούμενους, να τους βασανίζουν μέχρι εξαντλήσεως, να τους καθιστούν ανίκανους να εκτελούν οποιαδήποτε εργασία και, αρνούμενους να μετακινηθούν από την εξάντληση, να τους σκοτώνουν, δίπλα στο ορθόδοξο νεκροταφείο. Δύο θάφτηκαν ζωντανοί».
Το διοικητήριο των Γερμανών της Καλλιθέας, σημερινές Καλυθιές, στεγάστηκε στο πρώτο ΒΑ από τα τρία συνεχόμενα σπίτια του μακαρίτη Ιωάννη Σωτήρογλου. (Ο Ιωάννης Σωτήρογλου ήταν έμπορος κι έκτισε αυτό το μεγάλο, ορθογώνιο, ισόγειο οικοδόμημα κατά μήκος της δημόσιας οδού Καλυθιών Ρόδου, 70μ. έξω από την πλατεία του χωριού. Το ίδιο αυτό σπίτι είχε χρησιμοποιηθεί από τον Ιταλό συνταγματάρχη Gillo ως κατοικία με την σύζυγό του και τα 5 παιδιά του).
Πρόκειται για τα σπίτια που βρίσκονται σήμερα απέναντι από το κτίριο που στεγάζεται η Αστική εταιρεία του δήμου, δεξιά στην κατηφόρα προς την πλατεία Καλυθιών.
Το μεσαίο σπίτι χρησιμοποιήθηκε από τους Ιταλούς και τη γερμανική φρουρά ως εστιατόριο των αξιωματικών. Το 3ο σπίτι ΝΔ, που άνηκε στην Αναστασία Σωτήρογλου –Αργυρού, χρησιμοποιήθηκε αρχικά από την ιδιοκτήτρια με το σύζυγό της και στη συνέχεια την υποχρέωσαν να το αδειάσει. Έτσι η φρουρά των Γερμανών χρησιμοποιούσε και τα τρία σπίτια.

Τοποθεσία του στρατοπέδου
Στην πρώτη περίοδο, για διάστημα 2-3 μήνες, Οκτώβρη και Νοέμβρη του 1943, το στρατόπεδο τοποθετήθηκε στην Πατέλα, στα δυο σπίτια του Φώτη και της Μαριέττας Φωτίου. Τα δύο αυτά σπίτια αποτελούσαν τμήμα ορθογώνιου κτηριακού συγκροτήματος, κτισμένου στο οικόπεδο της μερίδας 502, όπως παρουσιάζεται στο σχετικό ρυμοτομικό ιταλικό σχέδιο. Τα παραπάνω δυο σπίτια κατείχαν τη ΒΔ πλευρά του ορθογώνιου, ανατολικότερα ήταν η οικία Γεωργίου και Αναστασίας Βαγιανού και η τέταρτη οικία ήταν του Βασίλη και της Χρυσαφίνας Χατζηδιάκου, γονέων της Αναστασίας και Μαριέττας, που αναφερθήκαν προηγουμένως. Για την προσέγγιση αυτών των σπιτιών υπήρχε ανηφορική οδός, που διατηρείται ως σήμερα.
Μετά την εγκατάσταση του στρατοπέδου και την τοποθέτηση Γερμανών οπλισμένων φρουρών, η διέλευση επιτρεπόταν μόνο σ’ αυτούς που έμεναν στα διπλανά σπίτια: οικογ. Γεωργίου Βαγιανού και Βασιλείου Χατζηδιάκου.
Η οικογένεια του Φώτη και της Μαριέττας με τα τέσσερα παιδιά τους, μεταξύ των οποίων ο γράφων υποχρεώθηκε να μεταστεγαστεί στην οικία του Απόστολου Χατζηβασίλη (Ποστολιού) που αργότερα ονομάστηκε Παπαελευθερίου(το σπίτι σήμερα ανήκει στην εγγονή του Απόστολου, τη Μαρία Γαλατά). Κοντά στο στρατόπεδο υπήρχαν οι οικίες: των Παντελή και Σμαραγδής Σαββάκη (40 μέτρα δυτικά), η οικία των Ιωάννη και Χρυσάνθης Αργυρού (Χατζηβασιλούς) (40 μέτρα ΝΔ – σήμερα ανήκει στον Στέργο και τη Μαρίστα Γιαννακλή). Τα δυο σπίτια ήταν επί της οδού προς το στρατόπεδο και σε απόσταση 50μ., οι οικίες Αναστασίου και Μαρίας Τσακίρι, Γρηγόρη και Παρασκευής Γρηγορά και Φιλιππή και Αναστασίας Διαμαντόγλου.
Η Αναστασία (ή Αναστασούλα) απέκτησε άλλα παιδιά από τον γάμο της με τον Παντελή Σαββάκη. Έτσι στα σπίτια αυτά μένουν κληρονόμοι Διαμαντόγλου και Σαββάκη. Τα σπίτι που άλλοτε ήταν μόνο τρία έγινα δέκα. Οι αναφερθείσες οικογένειες, τις πρώτες ημέρες της αιχμαλωσίας των Ιταλών, πρόσφεραν κάποια πράγματα, όταν οι πεινασμένοι μπορούσαν να πλησιάσουν και να χτυπήσουν την πόρτα ή το παράθυρό τους: λίγα σύκα, σταφίδες, λίγο ψωμί, ένα τσιγάρο κλπ.
Οι μαρτυρίες που κατέγραψα και παραθέτω παρακάτω δείχνουν ότι η επικοινωνία διακόπηκε όταν ο Γερμανός φρουρός επισήμανε ένα στρατιώτη και τον εξετέλεσε με ριπή πολυβόλου. Στη βόρεια πλευρά του στρατοπέδου ήταν το σπίτι του Στέργου και Μαρίας Σαββούλη. Το σπίτι αυτό είχε πρόσοψη και είσοδο προς τη δημόσια οδό, έτσι δεν είχε ποτέ ενόχληση ούτε επικοινωνία με το στρατόπεδο.
Η λεπτομερής αυτή αναφορά ερμηνεύει πιθανότατα την εκλογή της θέσης του στρατοπέδου, που βρισκόταν σχεδόν στο ΒΑ στρατόπεδο οικισμού, χωρίς επικοινωνία, ενοχλήσεις και μαρτυρίες βαρβαρότητας. Αυτή η αντίληψη ανατράπηκε από την ημέρα που ο αριθμός ήταν περίπου 20, σε λίγες ημέρες έφτασε τους 50, 60 , αργότερα έγιναν 100 και ο αριθμός υπολογίζω ότι έφτασε στους 200. ο αριθμός αυτός ανεβοκατέβαινε λόγω των πυκνών θανάτων και των εκτελέσεων σε διάφορες τοποθεσίες.

Οι σήραγγες του Αγκρεμού

Οι χώροι ήταν ανεπαρκείς και τότε ανοίχτηκαν κοντά στις ήδη υπάρχουσες σήραγγες –αποθήκες πολεμοφοδίων του Αγκρεμού άλλες δυο με υποχρεωτική εργασία πολιτών της Κοινότητας Καλυθιών. Έτσι οι αγρότες, περνώντας από τον Αγκρεμό, έβλεπαν τους Γερμανούς μπροστά στα καταφύγια οπλισμένους σαν αστακούς και τους ημίγυμνους άοπλους, σκελετωμένους Ιταλούς άλλοτε όρθιους να εκφράζουν σιωπηλά την αίτησή τους για μια ελάχιστη συνδρομή ή να ηλιάζονται ξαπλωμένοι στους σωρούς των χωμάτων, για να ζεστάνουν το ταλαιπωρημένο από την υγρασία και τις κακουχίες σώμα τους.

Επικοινωνία με τους αιχμάλωτους

Κανένας πολίτης, συγγενής ή φίλος δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους κρατούμενους. Ούτε έξω από τις φυλακές, όταν τους πήγαιναν για καταναγκαστικά έργα (κοπή δέντρων, σκάψιμο, μεταφορά νερού), ούτε μέσα στα σπίτια ή τα καταφύγια. Ανεπαρκής επικοινωνία μπορούσε να γίνει μέσα από μια τρύπα του στάβλου που την άνοιξαν οι κρατούμενοι. Στο ξεσπίτωμα της οικογένειας του Φωτίου, αφέθηκε ο στάβλος, μια αίθουσα στενόμακρη της οποία η είσοδος ήταν από την πίσω πλευρά του σπιτιού. Εκεί σταβλίζονταν δυο γαϊδούρια και 4 κατσίκια. Στην οικογένεια επετράπη η χρήση και η συχνή επίσκεψη για το τάϊσμα των ζώων.
Γρήγορα οι αιχμάλωτοι κατάλαβαν ότι η βόρεια πλευρά της φυλακής χωριζόταν από το στάβλο και άνοιξαν, χωρίς δυσκολία, στη δυτική γωνία μια μικρή, επιμήκη οπή. Απ’ αυτήν, όποιος από την οικογένεια μου μπορούσε, έδινε μερικά πράγματα. Οι τροφές αυτές, κατά κανόνα, ελεγχόταν από το Γερμανό φρουρό, που στεκόταν πάνω από τη στέγη του σπιτιού. Κι ήταν συνήθως χόρτα, φύλλα μαρουλιών, λαχανικά και λίγα σύκα ή σταφίδες. Μερικές φορές τα ζώα αντιδρούσαν όταν τα λαχανικά περνούσαν την οπή για τους φυλακισμένους, γιατί έβλεπαν την τροφή τους να χάνεται.
Ήταν τόσος ο φόβος μας, που δεν τολμούσε ο ένας να εκμυστηρευτεί στον άλλο τι έκανε στο στάβλο και πως επικοινωνούσε με τους κρατούμενους, αφού μας είχαν προειδοποιήσει: «επικοινωνία με τους φυλακισμένους σήμαινε άμεσο τουφεκισμό». Αυτό άλλωστε και γινόταν, χωρίς οίκτο, με τους φυλακισμένους.
Μαρτυρίες

Δίνουμε χαρακτηρίστηκες αναμνήσεις από τις συνεντεύξεις μας με πολίτες της Κοινότητας:
Χρυσάνθη Σωτήρογλου –Δημητραδιού: Βγάζαμε φακές στο χωράφι της πεθεράς μου (Ιούνιο –Ιούλιο 1944) απέναντι από το νεκροταφείο. Τότε είδαμε δυο Γερμανούς με τρεις Ιταλούς, τους έβαλαν και άνοιξαν λάκκο, έξω από τον τοίχο του νεκροταφείου. Σκότωσαν τους δυο και ο τρίτος τους έχωσε. Τον ζωντανό των συνόδεψαν προς την Πατέλα (δηλ. τις φυλακές).
Μαριέττα και Αναστασία Σωτήρογλου: Πριν έλθουν οι Γερμανοί στο πρώτο σπίτι (συγκρότημα σπιτιών Σωτήρογλου), έμενε ο συνταγματάρχης Colonnello Gillo. Μετά τις 11 Σεπτέμβρη 1943, ήλθαν οι Γερμανοί και εγκαταστάθηκαν αυτοί. Το σπίτι το έκαναν διοικητήριο. Σ’αυτό έρχονταν δυο Καλυθενοί, ο τότε δήμαρχος και ο κλητήρας. Οι Γερμανοί στρατιώτες συνόδευαν κάθε μέρα τους εξαντλημένους στρατιώτες στην Κάτω Βρύση ή στ’ Αλωνιού τη Βρύση, τους έβαζαν να γεμίσουν τα μπιντόνια νερό, τους έβαζαν να τα φορτωθούν και τα πήγαιναν στην Πατέλα. Όποιος Ιταλός περπατούσε αργά ή δυσκολευόταν να σηκώσει το δοχείο, μαστιγωνόταν, έπεφτε, τον κλωτσούσαν και τον σκότωναν.
Αντώνης Ταχραμάνης του Ελευθ. (ετών 74): Ερχόμουν από την Καλαμωνιά, βλέπω στην πόρτα του νεκροταφείου ένα Γερμανό και 4 Ιταλούς να ανοίγουν λάκκο. Φαίνεται ότι στο έδαφος υπήρχε ένας νεκρός. Τελείωσαν τον πρώτο λάκκο και άρχισαν τον δεύτερο, μετά τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο. Υπήρχε σκοτωμένος (ή νεκρός) που τον έφεραν οι εργαζόμενοι. Τον έθαψαν και μετά σκότωσαν άλλον με το πολυβόλο, τον έθαψαν. Σκότωσαν τον 3ο, τον έθαψαν και μετά τον 4ο. έμεινε ο 5ος , τον έσπρωξε στο λάκκο ο φύλακας τον σκότωσε με πέτρες και έφερε άλλους και τον έθαψαν. Όταν μετά τον πόλεμο ήρθαν και μάζευαν τα οστά οι Ιταλοί και ένας παπάς καθολικός, βρέθηκα εκεί και τους διηγήθηκα την ιστορία.
Αναστασία Βαγιανού –Χατζηδιάκου: Στην Πατέλα ήρθε μια Τριαντενή.
- Τι θέλεις εδώ; Τη ρώτησα
- ¨ηρθα να δω τον αρραβωνιαστικό μου, γιατί μήνες τώρα τον γυρεύω. Έφαγα όλη την Ρόδο για να τον βρω.
- Κόρη μου, από εδώ δεν φεύγει κανένας ζωντανός!
Οι αιχμάλωτοι έρχονταν από κάτω γελαστοί, χαρούμενοι κι όταν έμπαιναν μέσα, τους έπιαναν στο ξύλο με καμιτσιά, κλωτσιές, κτυπήματα σ’ όλο το σώμα, ώσπου τους άφηναν αναίσθητους και ματωμένους, ζαλισμένους στο χώμα.
Μια μέρα ήρθε μια Αρχαγγελίτισα και έψαχνε τον αρραβωνιαστικό της: Περίμενε να τον δει και ακούει «Τσαμπίκα, εγώ είμαι…». «Δε σε γνωρίζω!». «Εγώ είμαι σου λέω!». Κι έφυγε κλαίγοντας. Η Αρχαγγελίτισσα δεν πίστευε ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε…παραμορφωθεί…κι έγινε αγνώριστος…
Παγώνα Α. Χατζηνικόλα: Το σπίτι μας ήταν κοντά στου Φώτη κι έβλεπα κάθε μέρα του φυλακισμένους που τους ανεβοκατέβαζαν από την Πατέλα. Στο σπίτι μου έμεναν Ιταλοί κι όταν φύγανε, ήρθαν Γερμανοί. Όταν έπλυνα τα χόρτα στη βρύση τ’ αλωνιού και φέρνανε τους να γεμίσουν τα μπιντόνια κι έβλεπαν τα χόρτα, γύρευα κι εγώ, την ώρα που ο Γερμανός έβλεπε αλλού τους έδινα κι αυτοί έλεγαν: «Γκρατσιε σινιόρα». Μια μέρα έναν Ιταλό άρρωστο –σκελετωμένο τον έπαιρναν ξαπλωτό σε σκάλα που βαστούσαν δυο άλλοι στρατιώτες. Εφώναζε «αγιούτο». Επήραν τον στο νεκροταφείο και τον σκότωσαν.
Ιερέας Σέργιος Μανώλακας: Τους φυλακισμένους τους έπαιρναν σε διάφορα μέρη για καταναγκαστική εργασία. Ερχόμουν από τον Ψαλιδόκαμπο και ήταν 4 στρατιώτες Ιταλοί. Σήκωναν ανα δύο από ένα κορφάδι και επειδή ήταν βαρύ έπεφταν και δυο Γερμανοί τους χτυπούσαν με μαστίγιο. Στον Αγκρεμό οι Γερμανοί ήταν λίγοι και μας έπαιρναν για αναγκαστική εργασία. Έτσι ανοίξαμε τα ριφούγγια του Αγκρεμού. Στο 1ο δεξιά, από Καλυθιές προς παραλία, έκλεισαν Ιταλούς στρατιώτες και στην είσοδο υπήρχε Γερμανός με πολυβόλο. Όποιος τολμούσε να βγει, τουφεκιζόταν, όποιος έμενε μέσα πέθαινε από την πείνα.
Γρηγόρης Σ. Γρηγορίου: Στην Πατέλα δεν ανέβηκα ποτέ, γιατί φοβόμουν. Κανένας δεν περνούσε από κει. Θυμάμαι μόνο που κατέβαζαν τους φυλακισμένους με μπιντόνια στη βρύση τ’ αλωνιού. Τα γέμιζαν και ξαναγύριζαν από τον ανήφορο. Το φορτίο και κυρίως η εξάντληση του λύγιζε, έπεφταν και τότε ακολουθούσε ο πυροβολισμός για άρνηση εντολής και άρνηση υπηρεσίας.
Παναγιώτης Πολίτης: Μετά την ανακωχή και την παράδοση των Ιταλών, οι Ιταλοί χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες. Αυτοί που πήραν τα όπλα με τους Γερμανούς ονομάστηκαν combattenti, πολεμιστές, αυτοί που εργάζονταν εθελοντικά οι lavoratori και οι prigioneri, αιχμάλωτοι έμεναν α) στα καταφύγια του Αγκρεμού όπου είχαν κλειστεί περίπου 200 άτομα, β) στην Πατέλα, στο σπίτι του Φώτη. Εκεί δεν πήγα ποτέ, γιατί απαγορευόταν το πέρασμα.
Κρατητήρια για Καλυθενούς μόνο ήταν: α) το σπίτι του Πρόδρομου Κυρζόγλου, β) της Κυριακής του Κουφαλιού (κόρη του Βασίλη Σαρικά, συζύγου Κυριάκου Αργυρού (Κουφάλη). Στ’ αλώνια και ακριβέστερα στη «βόττα» της Ζαμπέτας. Στα κρατητήρια φυλακίζονταν οι μικροπαραβάτες. Όποιος έκανε τον άρρωστο για να μην εργαστεί με τους Γερμανούς, όποιος δεν έπαιρνε το γάιδαρο στη δουλειά των Γερμανών κλπ. Γραφείο οι Γερμανοί με την πινακίδα «Φρουραρχείο» είχαν στο σπίτι του Σωτήρογλου. Πριν γίνει το φρουραρχείο από του Γερμανούς ήταν από τους Ιταλούς Commando δηλ. διοικητήριο.
Από τους Καλύθενους, στη γερμανοκρατία, φυλακίστηκε ο Μανόλης Χατζηδιάκος, ο γνωστός Διάκος. Αυτός πιάστηκε από τους Γερμανούς με την κατηγορία της κατασκευή ξύλινων λέμβων για φυγάδες προς την Τουρκία. Φυλακίστηκε στην Καζέρμα της πόλεως Ρόδου, βασανίστηκε και υπέκυψε στα τραύματα του.
Από τις παρατηρήσεις μας και τις μαρτυρίες υπολογίζουμε ότι στο στρατόπεδο της Καλλιθέας βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν 500 νεαρής ηλικίας Ιταλοί. Τα νεαρά αυτά άτομα πανηγύρισαν την είδηση της ανακωχής και απέρριψαν τις προτάσεις του Γ΄ Reich για συνέχιση των εχθροπραξιών. Όλοι ήταν βέβαιοι ότι γρήγορα σε λίγες ημέρες, μια εβδομάδα, ένα μήνα θα βρεθούν κοντά στους γονείς τους. Δύο –τρεις φορές άκουσα το τραγούδι της περιόδου εκείνης «Mamma, sono tanto felice perche ritorno d ate»
Μια φορά το άκουσα από στρατιώτες που συνοδεύονταν για να εγκλειστούν στο στρατόπεδο της Πατέλας, όπως ανέβαιναν τον ανηφορικό δρόμο μεταξύ των σπιτιών Φώτη Φωτίου, Γεωργίου Βαγιανού και της δημόσιας οδού. Δυο ακόμη φορές το άκουσα από στρατιώτες που συνοδεύονταν για την εκτέλεση. Ένας από τους μελλοθάνατους μεταφερόταν πάνω σε άθλια κουβέρτα, που σήκωναν δυο συγκρατούμενοι, ο ένας μπρος και ο άλλος πίσω. Αυτό ήταν το κύκνειο άσμα των βασανισμένων που αντί, να πάνε στην Ιταλία μετά την ανακωχή της 8 Σεπτεμβρίου 1943, δολοφονήθηκα και θάφτηκαν κοντά στο νεκροταφείο της Καλλιθέας.
Ο λαός της Καλλιθέας παρακολούθησε με ψυχική συντριβή τα γεγονότα της τραγικής μοίρας των Ιταλών. Των αξέχαστων νέων που προτίμησαν την ειρήνη αντί του πολέμου. Σήμερα (Αυγ. 1993), όλοι οι έχοντες ηλικία άνω των 60 ετών θυμούνται τις τραγικές εκείνες σκηνές που εκτυλίχθηκαν στο χωριό τους και διατηρούν την μνήμη της θλιβερής αδυναμίας τους να βοηθήσουν τα θύματα της χιτλερικής θηριωδίας και να αντιδράσουν στο έγκλημα. Το Κοινοτικό Συμβούλιο και ο σημερινός κοινοτάρχης Γιάννης Ιατρίδης έχουν εκφράσει την πρόθεση να τιμήσουν τα θύματα εκείνα εκφράζοντας τη συμπάθεια τους. Η έρευνα μας στο μεγάλο αυτό θέμα του φοβερού εγκλήματος σε βάρος των ανθρώπων θα συνεχιστεί. Οι εγκληματίες φρόντισαν να καταστρέψουν ότι μπορούσε να αποκαλύψει τη βαρβαρότητα, αλλά πιστεύουμε ότι το έγκλημα πρέπει να φανερώνεται, για να αποτρέπει στο μέλλον η επανάληψή του.
* Το κείμενο γράφτηκε πριν 17 χρόνια και δημοσιεύτηκε στην ετήσια περιοδική έκθεση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου «ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ». Πρόκειται για μοναδική ιστορική καταγραφή που βοηθάει τους νεότερους να κατανοήσουν την ιστορία του τόπου μας.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

και τωρα υπο κατοχη ειμαστε
φοβομαστε να αφησουμε παραθυρα ανοιχτα

Ανώνυμος είπε...

ΣΑΝ Κ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΟΥ ΩΡΕΣ ΩΡΕΣ ΑΝΑΡΩΤΙΟΥΜΕ ΑΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΛΙΟ ΠΙΣΩ ΣΤΟ 1940 ΜΠΑΣΚΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΑΤΡΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΣΤΕΦΑΝΟ ΚΟΡΦΙΑ

Με αφορμή την ανάληψη, από τον Στέφανο Κορφιά, της Διεύθυνσης της Α' Νευροχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός και της εξέ...